Το φευγιό

Είναι πολύ πρωί ακόμα αλλά ο νοτιάς που δέρνει το νησί  δεν την έχει αφήσει να κλείσει μάτι. Όλο το βράδυ σφύριζε έξω από τα παράθυρα και τις κλειστές πόρτες. Έχει μπει το φθινόπωρο πια αλλά δε λέει να δροσίσει ο καιρός. Κι έτσι όπως είναι όλοι σαν τα ξεραμένα χόρτα του καλοκαιριού έρχεται κι η όστρια να τους αποτελειώσει.

Φτιάχνει καφέ και κάθεται στο μπαλκόνι της. Δεν έχει θέα από εκεί που είναι. Ένα μικρό στενό της πόλης φιλοξενεί όλη της τη ζωή.

Η ταράτσα όμως βλέπει θάλασσα. Και βουνά. Και ουρανό, άλλοτε συννεφιασμένο κι άλλοτε καταγάλανο και καθάριο. Εκεί κάνει τα πιο πολλά της όνειρα. Ανεβαίνει και ατενίζει το νήσι. Τόση ομορφιά μαζεμένη σε μια πιθαμή γης! Βόρεια το Κρητικό πέλαγος και νότια ο Γιούχτας. Ανατολικά τα Λασιθιώτικα βουνά και δυτικά ο Ψηλορείτης. Σύννεφα χαϊδευουν της κορφές των βουνών και ο αέρας σφυρίζει πάνω από τη θάλασσα.

Απο εκεί πάνω βλέπει και το δρόμο που οδηγεί στις διπλανές μεγάλες πόλεις. Ώρες χαζεύει τα αυτοκίνητα που πηγαιονέρχονται βιαστικά και σκέφτεται το δικό της φευγιό.

Πότε άραγε θα φτάσει; To καρτερούσε όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια.

Πάντα της αρέσε να παρατηρεί αυτούς που φεύγουν. Τους ανθρώπους, τα σύννεφα, τα πουλιά, τον άνεμο που παρασέρνει τα φύλλα, την  αθάλη που δραπετεύει από τις καμινάδες, τους μήνες, τις μέρες.

Είναι μεγάλη πια και τα πόδια της δεν τη βοηθάνε να ανεβαίνει τόσες σκάλες. Το μπαλκόνι της λοιπόν γίνεται η ταράτσα που φιλοξένησε όλες τις νεανικές της σκέψεις.

Είναι παράξενο που σε μια τόσο μικρή γειτονιά δεν ξέρει σχεδόν κανένα. Τόσα χρόνια και ποτέ δεν κρυφοκοίταξε στα κοντινά σπίτια. Ήταν πάντα πολύ απορροφημένη με τον δικό της κόσμο. Της άρεσε να κάνει πάντα σχέδια βλέποντας τα αεροπλάνα που απογειώνονται από το αεροδρόμιο στην άκρη της πόλης – στο κατώφλι της θάλασσας. Η καρδιά της πάντα φτερουγίζει – ακόμη και τώρα- όταν ένα αεροπλάνο σηκωνεται απο τη γή. Καμιά φορά νωρίς το βράδυ ακούει και το μουγκρητό των πλοίων που αποχαιρετούν το νησί καθώς σαλπάρουν για την πρωτεύουσα. Πάλι το ίδιο σκύρτημα. Πάλι το ίδιο πετάρισμα στην καρδιά της.

H ζωή ήταν καλή μαζί της. Την κέρασε χαρές. Την κέρασε και λύπες αλλά τις έπινε πάντα άσπρο πάτο. Τούτο το πρωινό το μυαλό της τρέχει στα περασμένα. Κάποτε δεν ειχε ούτε ένα λεπτό για να πιει τον καφέ της με ηρεμία και παραπονιόταν . Τώρα παραπονιέται που οι μέρες της είναι τόσο μοναχικές. Τα σκέφτεται και χαμογελάει. Τελικά ο άνθρωπος δεν είναι με τίποτα ευχαριστημένος. Έπειτα αφήνει πάλι τη σκέψη της να πετάξει.

Θυμάται τα τραπέζια στο σπίτι και τα χαχανιτά στο διάδρομο. Θυμάται τα τραγούδια που σιγοψυθίριζε όταν είχε κέφια στην κουζίνα. Θυμάται και τα δάκρυά της όταν σκοτεινές σκέψεις σκέπαζαν το μυαλό της.

Θυμάται πόση αγάπη πήρε αλλά και πόση αγάπη έδωσε. Δεν έμαθε ποτέ που βρισκόταν τόση αγάπη κρυμμένη στην καρδιά της και πάνω που έλεγε  “δεν έχω άλλη να δώσω” όλο και ακόμα λίγη ξεπηδούσε. Ακόμα λίγη και ακόμα λίγη μέχρι που γέμιζε την καρδιά τόσο πολύ που φοβόταν ότι θα εκραγεί όπως ένα  παραφουσκωμένο πολύχρωμο μπαλόνι γενεθλίων.

Ξαφνικά θυμήθηκε τα γενέθλια. Έκανε να σηκωθεί βιαστικά αλλά βιαστικά έφυγε μόνο η σκέψη της. Τα πόδια της με αργές και άτσαλες κινήσεις ακολούθησαν στο δικό τους ρυθμό. Κάποτε έφτασε στο δωμάτιο. Σήκωσε το τηλέφωνο από το γραφείο και σχημάτισε τον αριθμό. Από την άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε μια ζεστή φωνή.

-Καλημέρα μαμά!

-Χρόνια πολλά όμορφή μου. Είπε με σιγανή φωνή.

Στο βάθος ακουγόταν μουσική.

-Γιορτάζεις πρωί πρωί, ακούω.

-Ναι μαμά ετοιμάζομαι για το ταξίδι των γενεθλίων μου. Φεύγω σε μια ώρα.

-Μπράβο αγάπη μου να περάσεις φανταστηκά!

-Ευχαριστώ μαμά. Λυπάμαι που αυτή τη χρονιά δεν θα τα γιορτάσουμε όλοι μαζί όπως κάθε χρόνο.

-Μα για εμάς είναι πάντα η πιο μεγάλη γιορτή αγάπη μου. Είναι η γιορτή των γιορτών! Η πιο γιορτινή μέρα του χρόνου. Τόσα χρόνια γιορτάζαμε παρέα, ήρθε ο καιρός να γιορτάσεις με το δικό σου τρόπο.

-Μα αυτός είναι ο τρόπος που εσείς με μάθατε μαμά!

-Τότε είναι για εμένα διπλή χαρά. Να προσέχεις. Σ’αγαπώ.

-Σ΄αγαπώ κι εγώ μαμά.

Έκλεισε το τηλέφωνο και τα μάτια της έμειναν να κοιτούν τους κρίνους στο βάζο. Αυτό το πετάρισμα στην καρδιά πάλι κι έπειτα τίποτα…

Κανένα σκύρτημα, κανένας χτύπος.

Γεμάτη από αγάπη και χορτασμένη από ζωή έφυγε μια γιορτινή μέρα όπως το είχε ονειρευτεί. Έξω από την κλειστή μπαλκονόπορτα ακουγόταν το πιάνο του γείτονα και στην αυλή της, η δάφνη χόρευε με το Νοτιά…

Το φευγιό της – μια αληθινή γιορτή!

Πόσοι το ζήλεψαν..

 

Photo by Dawid Zawiła on Unsplash

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here